missionary
Noun, Adjective
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1) missionary (ουσιαστικό) = ιεραπόστολος

Άτομο που αποστέλλεται (συνήθως από εκκλησία/θρησκευτική οργάνωση) σε άλλη χώρα/περιοχή για να κηρύξει/διαδώσει μια θρησκεία και συχνά να κάνει και φιλανθρωπικό/εκπαιδευτικό έργο (σχολεία, νοσοκομεία κ.λπ.).

  • Christian missionaries arrived in the 19th century.
    = Χριστιανοί ιεραπόστολοι έφτασαν τον 19ο αιώνα.

2) missionary (επίθετο) = ιεραποστολικός

  • missionary work / missionary activity
    = ιεραποστολικό έργο / ιεραποστολική δράση

Χροιά / σχόλιο

Η λέξη μπορεί να είναι ουδέτερη (περιγραφική) αλλά σε ιστορικά/αποικιοκρατικά συμφραζόμενα μπορεί να ακούγεται φορτισμένη, γιατί συνδέεται με προσπάθειες προσηλυτισμού και επιρροής.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.