chip
Verb, Noun
  1. το τσιπ, ο μικροεπεξεργαστής, το ολοκληρωμένο κύκλωμα, π.χ. The computer’s main chip processes all the data.
  2. πατατάκι, π.χ. I bought a bag of potato chips.
  3. θραύσμα, κομμάτι π.χ. A chip came off the cup when it fell.
  4. μάρκα (στο καζίνο) π.χ.: He bet all his chips on red.

Συχνές χρήσεις

  • to chip in συνεισφέρω (οικονομικά ή ακόμα και σε μία συζήτηση), everyone chipped in for the gift. Όλοι συνεισέφεραν για το δώρο.
  • a chip off the old block φτυστός ο γονιός
  • to chip away at something

προέρχεται από το παλαιό αγγλικό cipp (τεμάχιο ξύλου, ρινίσματα), που σχετίζεται με το ρήμα to chipπελεκώ, κόβω μικρά, λεπτά κομμάτια από κάτι.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.