- απονέμω/χορηγώ/προσδίδω (τίτλο, δικαιώματα, κύρος κ.λπ.)
- διαβουλεύομαι/συζητώ (συνήθως: confer with sb (about/on sth))
- confer sth on/upon sb απονέμω/χορηγώ κάτι σε κάποιον
- confer with sb (about/on sth) διαβουλεύομαι με κάποιον (για κάτι)
- Συχνά με λόγια/νομικά συμφραζόμενα: degree, rights, benefits, status, authority.
- FR: conférer (qqch à qqn)· για το «συζητώ»: se concerter / conférer avec
- DE: verleihen· για το «συζητώ»: sich beraten (mit) / konferieren
- EL: απονέμω, χορηγώ, προσδίδω · διαβουλεύομαι, συζητώ