divest
Verb
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

“Βγαίνω” από κάποια επένδυση που έχω κάνει, ξεφορτώνομαι κάτι, μειώνω τη συμμετοχή μου σε κάτι (π.χ. ένα επενδυτικό πρόγραμμα), απαλλάσσομαι από κάτι.

Examples:
She has divested herself of her responsibilities

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.