slush
Noun
Flag2_France
Français

μισο-λιωμένο χιόνι που είναι πρακτικά σαν λάσπη

μεταφορικά: λάσπη, βρωμιά

Κι ακόμα:

  • slushy (επίθ.): γλυκανάλατος, μελό
  • slush fund: ταμείο για μίζες, λαδώματα, βρώμικο χρήμα
  • slush pile: σωρός με ανεπιθύμητα, άχρηστα
Examples:
The streets were full of slush.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.