struggle
Verb, Noun

αγωνίζομαι, μάχομαι, καταβάλλω σκληρή προσπάθεια

ομαλό ρήμα struggled, struggled,  struggling

Παραδείγματα:

  • She struggles with self-image issues.   Aυτή αγωνίζεται για  θέματα σχετικά με την εμφάνισή της.
  • The man in the hospital struggles for his life. Ο άντρας στο νοσοκομείο αγωνίζεται για την ζωή του.
Examples:
She struggles with self-image issues

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Bevor Sie ein neues Produkt hinzufügen, vergewissern Sie sich, dass das Produkt nicht bereits existiert: Klicken Sie auf ALLE PRODUKTE

Produkt *
Name des Produkts
Foto (optional)
Maximum file size: 5 MB
Bis zu 2 Bilder, bis zu 4 MB - Bitte beschneiden und/oder verkleinern Sie das Bild, falls nötig

Πριν προσθέσετε ένα νέο Προϊόν βεβαιωθείτε ότι το προϊόν δεν υπάρχει ήδη: κλικίστε στο ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Προϊόν *
Όνομα Προϊόντος, Product Name
Φωτό (αν θέλετε)
Maximum file size: 5 MB
Έως 2 φωτο. Έως XYZ ΜΒ η κάθε εικόνα - Crop AND/OR re-Size image
Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.