Je finis le travail à 18:00 heures. Τελειώνω τη δουλειά μου στις 18:00.
Elle choisit une belle robe. Διαλέγει ένα όμορφο φόρεμα.
Tu réféchis pour faire l’exercice. Σκέφτεσαι για να κάνεις την άσκηση.
Elle avertit toujours de son retard. Προειδοποιεί πάντα για την αργοπορία της.
Les enfants grandissent vite. Τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα.
Nous obéissons à nos parents. Υπακούμε στους γονείς μας.
Vous réussissez les examens. Πετυχαίνετε τις εξετάσεις.
Στην δεύτερη συζυγία τα ρήματα είναι ομαλά, δηλ έχουν ένα σταθερό κομμάτι (θέμα) στο οποίο προσθέτουμε επίσης σταθερές καταλήξεις. Χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας των ρημάτων είναι τα δύο ss στον πληθυντικό. Το σταθερό κομμάτι του ρήματος το παίρνουμε αν αφαιρέσουμε το -IR από το άκλιτο ρήμα (infinitif).
FINIR τελειώνω
| Présent | Le radical: fin-ir | Les terminaisons: |
|---|---|---|
| je | fin- | is |
| tu | fin- | is |
| il / elle / on | fin- | it |
| nous | fin- | issons |
| vous | fin- | issez |
| ils/elles | fin- | issent |
a. Quelques verbes usuels:
Μερικά από τα πιο κοινά ρήματα που ανήκουν στην δεύτερη συζυγία:
- choisir διαλέγω
- obéir υπακούω
- réfléchir σκέφτομαι
- réussir επιτυγχάνω
- atterrir προσγειώνομαι
- applaudir χειροκροτώ
- avertir προειδοποιώ
- unir ενώνω / réunir συγκεντρώνω
- investir επενδύω
- subir υπόκειμαι
- agir δρω, ενεργώ
- vomir κάνω εμετό
- nourrir ταίζω, τρέφω
- remplir γεμίζω, συμπληρώνω
- définir ορίζω, καθορίζω …
b. Les verbes qui expriment un changement:
Τα ρήματα που τελειώνουν σε -IR και εφράζουν μια αλλαγή (από μια κατάσταση σε μια άλλη) ανήκουν στην 2η συζυγία και είναι φυσικά ομαλά. Προέρχονται από κάποιο επίθετο ή ουσιαστικό. Ένας τρόπος για να τα ξεχωρίσουμε από κάποια της τρίτης συζυγίας που επίσης τελειώνουν σε (-ir) αλλά είναι ανώμαλα. Ας δούμε μερικά:
- grossir παχαίνω – (gros, grosse χοντρός ) ≠ maigrir αδυνατίζω (maigre κοκαλιάρης)
- salir βρωμίζω – (sale βρώμικος)
- pâlir χλωμιάζω – (pâle χλωμός)
- jaunir κρτρινίζω – (jaune κίτρινος)
- rougir κοκκινίζω – (rouge κόκκινος)
- mûrir ωριμάζω – (mûr, mûre ώριμος)
- grandir μεγαλώνω, αναπτύσσομαι (grand, grande μεγάλος)
- vieillir γερνώ – (vieux, vieille γέρος)
- agrandir μεγαλώνω, επεκτείνω
- embellir ομορφαίνω – (beau, belle όμορφος)
- démolir κατεδαφίζω
- ralentir επιβραδύνω
- assainir εξυγιαίνω – (sain, saine υγιής)
- atterrir προσγειώνομαι – (la terre η γη)