κοιμισμένος ή σε κατάσταση ύπνου.
Στα Αγγλικά χρησιμοποιείται κυρίως μετά από ρήμα (be asleep = είμαι κοιμισμένος), και όχι πριν από ουσιαστικό (an asleep child δεν λέγεται, θα πούμε πιο σωστά a sleeping child).
- fall asleep → αποκοιμιέμαι
- fast asleep → κοιμάται βαθιά
- sound asleep → κοιμάται ήσυχα / βαριά
- half asleep → μισοκοιμισμένος