assent (to sth) = συναινώ, συμφωνώ, εγκρίνω, συναίνεση, έγκριση, αποδοχή
Σημαίνει ότι αποδέχεσαι κάτι επίσημα ή ύστερα από σκέψη, όχι απλώς ότι «λες ναι». Συχνά χρησιμοποιείται σε επίσημα συμφραζόμενα (νόμοι, διοικητικές πράξεις κ.λπ.).
Παραδείγματα:
- The board assented to the proposal. Το διοικητικό συμβούλιο έχει συναινέσει στην πρόταση.
- She nodded to show her assent. Έγνεψε για να δείξει τη συναίνεσή της.
- The law received the royal assent. Ο νόμος έλαβε τη βασιλική έγκριση.