assent
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

assent (to sth) = συναινώ, συμφωνώ, εγκρίνω, συναίνεση, έγκριση, αποδοχή

Σημαίνει ότι αποδέχεσαι κάτι επίσημα ή ύστερα από σκέψη, όχι απλώς ότι «λες ναι». Συχνά χρησιμοποιείται σε επίσημα συμφραζόμενα (νόμοι, διοικητικές πράξεις κ.λπ.).

Παραδείγματα:

  • The board assented to the proposal. Το διοικητικό συμβούλιο έχει συναινέσει στην πρόταση.
  • She nodded to show her assent. Έγνεψε για να δείξει τη συναίνεσή της.
  • The law received the royal assent. Ο νόμος έλαβε τη βασιλική έγκριση.
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.