πένθος, απώλεια, δηλαδή την περίοδο θλίψης που περνά κάποιος μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.
αναφέρεται τόσο:
- στην ίδια την απώλεια, όσο και
- στην περίοδο πένθους που ακολουθεί.
αρκετά επίσημη λέξη που συναντάται κυρίως σε:
- νοσοκομειακά και συμβουλευτικά περιβάλλοντα (bereavement support, bereavement counselor)
- νομικά και διοικητικά συμφραζόμενα (bereavement leave = άδεια πένθους)
- ψυχολογικά και κοινωνικά κείμενα.
προέρχεται από το bereave