billow
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • το να φουσκώνει κάτι από τον αέρα
  • το να ανεβαίνει/ξεχύνεται κάτι σε μεγάλες μάζες
  • ένα μεγάλο κύμα ή μια μεγάλη μάζα καπνού, ατμού, υφάσματος κ.λπ.

Η λέξη έχει έντονα εικονιστικό και ποιητικό ύφος. Περιγράφει πάντα κάτι που κινείται κυματιστά και φουσκωτά — καπνός, σύννεφα, ύφασμα, νερό, ακόμα και μαλλιά.

Examples:
The waves billow high during the storm.
Her dress would billow in the wind.
The smoke began to billow from the fire.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.