bondage
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

δουλεία, υποδούλωση, καταπίεση, δέσμευση, εξάρτηση, αιχμαλωσία (ψυχολογική ή ηθική)

Προέρχεται από το bond (δεσμός, υποχρέωση) + κατάληξη -age

Χρησιμοποιείται για να δηλώσει την κατάσταση κάποιου που δεν είναι ελεύθερος, π.χ. σε καθεστώς δουλείας ή εξάρτησης.

Παραδείγματα:

  • The peasants lived in bondage to their landlords. Οι χωρικοί ζούσαν σε δουλεία απέναντι στους γαιοκτήμονες.
  • He struggled to free himself from economic bondage. Αγωνίστηκε να απελευθερωθεί από την οικονομική εξάρτηση.
  • She felt in bondage to her fears. Ένιωθε αιχμάλωτη των φόβων της.
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.