δουλεία, υποδούλωση, καταπίεση, δέσμευση, εξάρτηση, αιχμαλωσία (ψυχολογική ή ηθική)
Προέρχεται από το bond (δεσμός, υποχρέωση) + κατάληξη -age
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει την κατάσταση κάποιου που δεν είναι ελεύθερος, π.χ. σε καθεστώς δουλείας ή εξάρτησης.
Παραδείγματα:
- The peasants lived in bondage to their landlords. Οι χωρικοί ζούσαν σε δουλεία απέναντι στους γαιοκτήμονες.
- He struggled to free himself from economic bondage. Αγωνίστηκε να απελευθερωθεί από την οικονομική εξάρτηση.
- She felt in bondage to her fears. Ένιωθε αιχμάλωτη των φόβων της.