- (ιατρ.) ισχιακή στάση του μωρού με τα οπίσθια/πόδια πρώτα breech birth / breech presentation τοκετός/προβολή σε ισχιακή θέση (ισχιακή προβολή).
- (οπλοτεχν.) το οπίσθιο τμήμα της κάννης όπου γίνεται η γόμωση breech of a rifle/cannon
- (ενδυμ.) breeches (συνήθως πληθυντικός) βράκες, παντελόνι ιππασίας (παλαιότερος/ειδικός όρος).
- breech baby / breech position / breech presentation: ισχιακή προβολή.
- breech-loading: οπισθογεμές (σε αντίθεση με muzzle-loading = εμπροσθογεμές).
- breechblock / breech bolt: κλείστρο.
- riding breeches: παντελόνι ιππασίας.
ΠΡΟΣΟΧΗ: μην το μπερδεύετε με το breach