breech
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  1. (ιατρ.) ισχιακή στάση του μωρού με τα οπίσθια/πόδια πρώτα breech birth / breech presentation τοκετός/προβολή σε ισχιακή θέση (ισχιακή προβολή).
  2. (οπλοτεχν.) το οπίσθιο τμήμα της κάννης όπου γίνεται η γόμωση breech of a rifle/cannon
  3. (ενδυμ.) breeches (συνήθως πληθυντικός) βράκες, παντελόνι ιππασίας (παλαιότερος/ειδικός όρος).
  • breech baby / breech position / breech presentation: ισχιακή προβολή.
  • breech-loading: οπισθογεμές (σε αντίθεση με muzzle-loading = εμπροσθογεμές).
  • breechblock / breech bolt: κλείστρο.
  • riding breeches: παντελόνι ιππασίας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: μην το μπερδεύετε με το breach

Examples:
He decided to buy a new breech for his outfit.
The baby was delivered in the breech position.
The soldier wore a breech during the drill.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.