να παίζω/εμφανίζομαι στον δρόμο (μουσική, μαγεία, θέατρο κ.λπ. συνήθως) για φιλοδωρήματα.
- busker: μουσικός/καλλιτέχνης του δρόμου
- busking: το παίξιμο/οι εμφανίσεις στον δρόμο.
Και κάποιες συνηθισμένες χρήσεις:
- busk in the subway / on Oxford Street / in the square
- busk for tips / donations
- busking license/permit, busking spot, anti-busking bylaws
- to busk it αυτοσχεδιάζω.