butt
Noun

γενικά το πίσω μέρος κάποιου πράγματος ή και του ανθρώπου

  • κοντάκι όπλου gun butt
  • γόπα τσιγάρου cigarette butt
  • ο πισινός buttocks

Examples:
The dog wagged his butt happily.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.