call
Verb, Noun

καλώ, αποκαλώ, φωνάζω

σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια.

call off: ακυρώνω

call up: παίρνω στο τηλέφωνο (κάπως πιο επιτακτικό ή/και εμφατικό)

to call it a day: τέλος για σήμερα, φτάνει για τώρα

to be on call: το να είμαι διαθέσιμος εάν μου ζητηθεί (π.χ. για έναν γιατρό)

to call collect: κάνω ένα τηλεφώνημα ζητώντας η χρέωση να γίνει σ’ αυτόν που καλώ

Examples:
Someone please call 911
911
Wyclef Jean
They are going to call their parents tonight
He likes to call his friends to chat
She needs to call the doctor
Good morning, madam, I'm calling about the apartment for rent

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Bevor Sie ein neues Produkt hinzufügen, vergewissern Sie sich, dass das Produkt nicht bereits existiert: Klicken Sie auf ALLE PRODUKTE

Produkt *
Name des Produkts
Foto (optional)
Maximum file size: 5 MB
Bis zu 2 Bilder, bis zu 4 MB - Bitte beschneiden und/oder verkleinern Sie das Bild, falls nötig

Πριν προσθέσετε ένα νέο Προϊόν βεβαιωθείτε ότι το προϊόν δεν υπάρχει ήδη: κλικίστε στο ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Προϊόν *
Όνομα Προϊόντος, Product Name
Φωτό (αν θέλετε)
Maximum file size: 5 MB
Έως 2 φωτο. Έως XYZ ΜΒ η κάθε εικόνα - Crop AND/OR re-Size image
Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.