- το τσιπ, ο μικροεπεξεργαστής, το ολοκληρωμένο κύκλωμα, π.χ. The computer’s main chip processes all the data.
- πατατάκι, π.χ. I bought a bag of potato chips.
- θραύσμα, κομμάτι π.χ. A chip came off the cup when it fell.
- μάρκα (στο καζίνο) π.χ.: He bet all his chips on red.
Συχνές χρήσεις
- to chip in συνεισφέρω (οικονομικά ή ακόμα και σε μία συζήτηση), everyone chipped in for the gift. Όλοι συνεισέφεραν για το δώρο.
- a chip off the old block φτυστός ο γονιός
- to chip away at something
προέρχεται από το παλαιό αγγλικό cipp (τεμάχιο ξύλου, ρινίσματα), που σχετίζεται με το ρήμα to chip — πελεκώ, κόβω μικρά, λεπτά κομμάτια από κάτι.


