αναταράσσω, αναδεύω, ανακατεύω έντονα, μηχανισμός ανάδευσης
prhasal verbs: to churn out, churn up, churn through:
- να παράγεις κάτι μαζικά, χωρίς ποιότητα (churn out products / reports)
- να αλλάζεις συχνά πελάτες ή να χάνεις πελάτες
Παραδείγματα:
- The waves churned the sea into foam. Τα κύματα ανατάραξαν τη θάλασσα και την έκαναν αφρό.
- She churned the milk to make butter. Χτύπησε το γάλα για να φτιάξει βούτυρο.
- Our churn rate increased to 10% last quarter. Το ποσοστό απώλειας πελατών μας αυξήθηκε στο 10% το τελευταίο τρίμηνο.