condescend
Verb
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Να χαμηλώνεις τον εαυτό σου ή να ταπεινώνεσαι εθελοντικά, δηλαδή να δέχεσαι να κάνεις κάτι που θεωρείται κατώτερο από τη θέση σου (δεν υπάρχει υποτιμητικός τόνος – δηλώνει ευγένεια ή μεγαλοψυχία): The king condescended to speak to the peasants Ο βασιλιάς καταδέχτηκε να μιλήσει στους χωρικούς.

Να φέρεσαι με συγκατάβαση: She spoke to me in a condescending tone Μου μίλησε με συγκαταβατικό ύφος.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.