covet
Verb

Στην καθημερινή γλώσσα είναι σχετικά σπάνιο.

Αντί γι’αυτό θα χρησιμοποιήσουμε πιο συχνά τα:

want, envy, crave, lust after

Examples:
You shall not covet your neighbor’s goods
Παλιά Διαθήκη
Βίβλος
She seized her opportunity and got the job she coveted

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.