crouch
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

το να χαμηλώνω το σώμα μου λυγίζοντας τα γόνατα, σκυφτή στάση, κάθισμα στα πόδια

μπορεί να περιέχει μέσα του την ιδέα του μαζεύομαι, συρρικνώνομαι, π.χ. από φόβο, κρύο κτλ.

Συχνές μεταφράσεις:

  • σκύβω χαμηλά
  • κάθομαι στις φτέρνες / κάθομαι στα πόδια μου
  • κουρνιάζω (χαμηλά, για ασφάλεια ή για να κρυφτώ)

Συχνα θα το βρούμε με:

  • crouch down = σκύβω/χαμηλώνω (απότομα, επίτηδες)
  • crouch behind the wall = σκύβω/κουρνιάζω πίσω από τον τοίχο
  • crouch over the desk = σκύβω/σκυμμένος πάνω από το γραφείο
Examples:
He stayed in a crouch behind the car.
He decided to crouch low to avoid being seen.
The cat will crouch before it jumps.
I had to crouch to see under the table.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.