desperado
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

ένας τολμηρός, απελπισμένος ή επικίνδυνος άντρας, συνήθως παράνομος ή κακοποιός, απελπισμένος τυχοδιώκτης, τολμηρός παράνομος

χρησιμοποιείται συχνά για outlaws (παράνομους, ληστές, καουμπόηδες) της Άγριας Δύσης, με μια δόση ρομαντισμού ή θρύλου.

Examples:
The sheriff was searching for the desperado who robbed the bank.
They captured the desperado in the old town.
She wrote a song about a famous desperado.
The desperado ran away after the robbery.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.