diffident
Adjective
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

ντροπαλός, συνεσταλμένος, με έλλειψη αυτοπεποίθησης, που διστάζει να εκφραστεί ή να διεκδικήσει χώρο, διστακτικός (όταν ο δισταγμός πηγάζει από ανασφάλεια), σεμνός (σε ορισμένα συμφραζόμενα)

Συχνά έχει μια ήπια/συμπαθητική χροιά: όχι αγενής ή ψυχρός, αλλά σεμνά συγκρατημένος.

Συνώνυμα: shy, timid, self-conscious, hesitant, reserved

Αντώνυμα: confident, assertive, outgoing

Examples:
He was diffident about speaking in public.
a diffident smile

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.