κάποιος, κάποια, κάτι
που ξεχωρίζει
She has a very distinctive voice. Έχει μια πολύ χαρακτηριστική φωνή.
The building’s distinctive style attracts tourists. Το χαρακτηριστικό στυλ του κτιρίου προσελκύει τουρίστες.
That logo is distinctive and easy to remember. Το λογότυπο αυτό είναι ξεχωριστό και εύκολο να το θυμάται κανείς.