ποικίλλω, διαφοροποιώ, εμπλουτίζω.
Χρησιμοποιείται όταν κάτι αποκτά μεγαλύτερη ποικιλία ή γίνεται πιο σύνθετο.
Συχνά στα χρηματοοικονομικά:
to diversify my portfolio / investments να διασπείρω τις επενδύσεις, δηλ. αντί να έχω μόνο μία μετοχή στο χαρτοφυλάκιό μου, να έχω καλύτερα πολλές.