doula
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • βοηθός τοκετού,
  • συνοδός μητρότητας,
  • υποστηρίκτρια γέννας.

Από την αρχαία ελληνική λέξη δούλη (= σκλάβα, υπηρέτρια) αλλά που στη σύγχρονη χρήση δεν έχει πια δουλοπρεπή έννοια, αλλά αναφέρεται σε υποστηρικτικό ρόλο στη γέννα.

Είναι μία γυναίκα (συνήθως εκπαιδευμένη, αλλά όχι γιατρός ή μαία) που παρέχει συναισθηματική, σωματική και πρακτική υποστήριξη στη μητέρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.