due

Η λέξη «due» είναι αρκετά ευέλικτη στην αγγλική γλώσσα.

Λειτουργεί σαν

  1. Επίθετο
    • για κάτι που είναι αναμενόμενο ή προγραμματισμένο: The train is due at 6 p.m. (= expected to arrive) Το τρένο φτάνει στις 6 μ.μ. (= αναμένεται να φτάσει) ή
    • κάτι που είναι οφειλόμενο: The rent is due tomorrow (= must be paid) Το ενοίκιο πρέπει να πληρωθεί αύριο (= πρέπει να πληρωθεί)
    • κάτι που είναι σωστό ή που αξίζει κάτι: He got the recognition due to him Πήρε την αναγνώριση που του άξιζε.
  2. Ουσιαστικό (συνήθως στον πληθυντικό: dues)
    • Υποχρεώσεις / τέλη: She paid her membership dues. Πλήρωσε τα τέλη συνδρομής της.
  3. Επιρρήμα
    • course due north (= ακριβώς βόρεια)
  4. Πρόθεση (σε επίσημο ύφος, συχνά παθητική φωνή)
    • The cancellation was due to bad weather. (= because of) Η ακύρωση οφείλεται στις κακές καιρικές συνθήκες. (= εξαιτίας)
      Examples:
      Many shops are closed on May 1st due to the public holiday
      The government's budget deficit has increased due to rising healthcare costs
      He was deemed unfit to perform certain tasks due to his lack of experience
      She declined the invitation due to a busy schedule
      They invested in oil companies due to the increasing demand for energy
      The traffic was slow due to road construction

      Leave a Reply

      Your email address will not be published. Required fields are marked *

      Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

      I watch TV

      και

      I am watching TV

      Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.