Βάφω, χρωματίζω
π.χ. μαλλιά, υφάσματα
ΠΡΟΣΟΧΗ: δεν χρησιμοποιείται για το βάψιμο ενός τοίχου
- The dye made the fabric bright red. Η βαφή έκανε το ύφασμα έντονα κόκκινο.
- She wants to dye her hair blonde. Θέλει να βάψει τα μαλλιά της ξανθά.
- He dyed his old jacket black. Έβαψε το παλιό του μπουφάν μαύρο.
- The dyed fabric looks beautiful. Το βαμμένο ύφασμα φαίνεται όμορφο.
ΠΡΟΣΟΧΗ: μην το μπερδεύετε με το die (πεθαίνω, ζάρι)