electronics
Noun

Χρησιμοποιείται σαν να είναι ενικός όταν μιλάμε για τον κλάδο της επιστήμης.

Χρησιμοποιείται σαν πληθυντικός όταν μιλάμε για τα ηλεκτρονικά π.χ. ενός αυτ/του.

Examples:
Consumer electronics are rapidly evolving with new technologies
They opened an electronics store in the shopping mall

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.