exonerate
Verb

Με άλλες λέξεις σημαίνει: to unburden, to remove a load και θα συναντήσουμε αυτή τη λέξη πιο συχνά σε σε δικαστικές αποφάσεις, επίσημες εκθέσεις ή δημοσιογραφικά άρθρα.

Στα καθημερινά Αγγλικά θα συναντήσουμε πιο συχνά τις: clear, free, absolve, let off

Η λέξη προέρχεται από το πρόθεμα ex και την λατινική λέξη onus

Examples:
The court exonerated her of all charges.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.