fad
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

μια περαστική μόδα / μια βραχύβια τρέλα

  • Περιγράφει κάτι που γίνεται ξαφνικά πολύ δημοφιλές, αλλά για λίγο χρονικό διάστημα.
  • Συχνά έχει μια ελαφρώς υποτιμητική χροιά: κάτι που οι άνθρωποι ακολουθούν χωρίς πολλή σκέψη, επειδή “το κάνουν όλοι”.

Καλές ελληνικές αποδόσεις, ανάλογα με τα συμφραζόμενα:

  • περαστική μόδα
  • τρέλα της εποχής
  • μανία
  • καπρίτσιο (πιο σπάνια, και με πιο προσωπική χροιά)
Examples:
Fashion fads change quickly every season.
The new diet became a popular fad this year.
Many people follow a fad for a short time.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.