feign
Verb
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

προσποιούμαι, παριστάνω, υποκρίνομαι

όταν κάποιος δείχνει ή δηλώνει κάτι που δεν είναι αληθινό, συνήθως για να εξαπατήσει, να κερδίσει χρόνο ή να αποφύγει κάτι.

  • to feign something: προσποιούμαι κάτι, (π.χ. feign illness = προσποιούμαι ότι είμαι άρρωστος)
  • to feign interest: προσποιούμαι ενδιαφέρον
  • to feign sleep: κάνω ότι κοιμάμαι
Examples:
He will feign sickness to avoid going out.
She tried to feign interest in the boring lecture.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.