προσποιούμαι, παριστάνω, υποκρίνομαι
όταν κάποιος δείχνει ή δηλώνει κάτι που δεν είναι αληθινό, συνήθως για να εξαπατήσει, να κερδίσει χρόνο ή να αποφύγει κάτι.
- to feign something: προσποιούμαι κάτι, (π.χ. feign illness = προσποιούμαι ότι είμαι άρρωστος)
- to feign interest: προσποιούμαι ενδιαφέρον
- to feign sleep: κάνω ότι κοιμάμαι