Σαν ουσιαστικό:
- πρόσωπο που έχει την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό άλλου και με καλή πίστη προς το συμφέρον του, π.χ. διαχειριστής περιουσίας, θεματοφύλακας, κηδεμόνας, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος.
Σαν επίθετο:
- fiduciary duty: υποχρέωση εμπιστοσύνης (ηθική και νομική) να ενεργεί κανείς με αφοσίωση, προτεραιότητα και επιμέλεια προς το συμφέρον του εντολέα.
- fiduciary relationship: σχέση εμπιστοσύνης (π.χ. ανάμεσα σε δικηγόρο και πελάτη, σε διαχειριστή και δικαιούχο).
Προέρχεται από το λατινικό fiducia («εμπιστοσύνη»), και χρησιμοποιείται κυρίως στα νομικά, οικονομικά και χρηματοοικονομικά.