- a foul smell άσχημη μυρωδιά
- a foul taste/aftertaste άσχημη/απαισια γεύση
- foul language αποκρουστική, χυδαία γλώσσα
- foul weather κακός/άσχημος καιρός
- foul παράβαση, φάουλ (π.χ. στο ποδόσφαιρο, μπάσκετ)
- to foul the air/water λερώνω/ρυπαίνω την ατμόσφαιρα, το νερό
- to foul an opponent κάνω φάουλ.
- to cry foul φωνάζω για αδικία/παράβαση
- foul play εγκληματική ενέργεια / βρώμικο παιχνίδι