foul
Verb, Noun, Adjective
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • a foul smell άσχημη μυρωδιά
  • a foul taste/aftertaste άσχημη/απαισια γεύση
  • foul language αποκρουστική, χυδαία γλώσσα
  • foul weather κακός/άσχημος καιρός
  • foul παράβαση, φάουλ (π.χ. στο ποδόσφαιρο, μπάσκετ)
  • to foul the air/water λερώνω/ρυπαίνω την ατμόσφαιρα, το νερό
  • to foul an opponent κάνω φάουλ.
  • to cry foul φωνάζω για αδικία/παράβαση
  • foul play εγκληματική ενέργεια / βρώμικο παιχνίδι
Examples:
The referee called a foul during the game.
He got a foul taste in his mouth.
The air outside smelled foul after the rain.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.