fringe
Noun, Adjective
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Κάτι που βρίσκεται στην άκρη, στο περιθώριο, έξω από το κυρίο μέρος.

fringe benefits: οφέλη εκτός του μισθού, π.χ. επιπλέον ασφάλιση, εταιρικό αυτ/το, γυμναστήριο, κλπ

ΠΡΟΣΟΧΗ στις επιπλέον έννοιες της λέξης

Examples:
The job offers good fringe benefits.
She cut her hair and now has a fringe.
He is part of a fringe political group.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.