gasp
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • μία κοφτή ανάσα, ένα πνιχτό επιφώνημα, λαχάνιασμα.
  • παίρνω κοφτή ανάσα, πασχίζω να αναπνεύσω / λαχανιάζω, λέω κάτι με κομμένη ανάσα.
  • gasp for air/breath πασχίζω για μια ανάσα
  • gasp at (sth) μένω άναυδος, βγάζω κοφτή ανάσα από…
  • gasp out (words) λέω με κομμένη ανάσα
  • last-gasp τελευταία πνοή, μιά τελευταία πράξη.
Examples:
He took a deep breath and then gasped.
She let out a gasp when she saw the surprise.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Πριν προσθέσετε ένα νέο Προϊόν βεβαιωθείτε ότι το προϊόν δεν υπάρχει ήδη: κλικίστε στο ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Προϊόν *
Όνομα Προϊόντος, Product Name
Φωτό (αν θέλετε)
Maximum file size: 5 MB
Έως 2 φωτο. Έως XYZ ΜΒ η κάθε εικόνα - Crop AND/OR re-Size image
Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.