gawk
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

το να κοιτάω χαζά, αποσβολωμένος, συχνά με περιέργεια και/ή θαυμασμό

μεταφορικά είναι και: ένας χαζός ή/και αδέξιος τύπος

Examples:
He stood there gawking at the accident.
Don’t just gawk - help me!
The tourists gawked at the tall buildings.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.