grovel
Verb

Το να κινείται κανείς στο πάτωμα με το σώμα, με τα γόνατα ή την κοιλιά, συνήθως από φόβο ή ταπείνωση

και μεταφορικά: το να προσπαθεί κανείς να κερδίσει την εύνοια κάποιου με υπερβολική υποτακτικότητα ή γλείψιμο.

Examples:
The dog groveled at its owner’s feet.
He groveled before his boss to keep his job.
She refused to grovel for a promotion she knew she deserved
The employee had to grovel to his boss to avoid being fired
He began to grovel at her feet, begging for forgiveness

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.