Παρελθοντικός χρόνος (αόριστος ή υπερσυντέλικος) του ρήματος to have που χρησιμοποιείται για κατοχή ή ως βοηθητικό ρήμα για σχηματισμό χρόνων.
Δηλαδή:
- GR: είχα, είχες, είχε / είχαμε / είχαν
- FR: avait / avaient (imparfait), avait eu (plus-que-parfait)
- DE: hatte / hatten (Präteritum), gehabt hatte (Plusquamperfekt)
had (ως ρήμα «έχω» σε παρελθόντα χρόνο)
- had money → είχε χρήματα
- had an idea → είχε μια ιδέα
- had a problem → είχε ένα πρόβλημα
και ως βοηθητικό ρήμα:
- had seen → είχε δει
- had finished → είχε τελειώσει