hitch
Verb, Noun
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • μικρό πρόβλημα/εμπόδιο: There was a hitch in the plan ένα μικροπρόβλημα
  • σύνδεσμος ρυμούλκησης: a trailer hitch κοτσαδόρος
  • κόμπος/δέσιμο (ναυτικός/αναρρίχησης): clove hitch
  • δένω/προσδένω, κουμπώνω: hitch a trailer to the car
  • ανεβάζω/τραβάω προς τα πάνω: hitch up his trousers
  • κάνω οτοστόπ: to hitch across Europe
  • (idiom) get hitched (ανεπίσημο): παντρεύομαι.

Συχνές φράσεις

  • without a hitch χωρίς το παραμικρό πρόβλημα
  • a last-minute hitch τελευταίας στιγμής εμπόδιο (αλλά πάντα για κάτι μικρό)
  • hitch a ride/lift κάνω οτοστόπ.

Μεταφράσεις

  • μικροπρόβλημα: FR hic / petit problème · DE Haken / kleines Problem · EL εμπόδιο, μικροπρόβλημα
  • κοτσαδόρος/σύνδεσμος ρυμούλκησης: FR attelage / attache de remorque · DE Anhängerkupplung · EL κοτσαδόρος, σύνδεση ρυμούλκησης
  • κόμπος (hitch): FR nœud (type hitch) · DE Knoten (Anschlag-/Halbschlag) · EL κόμπος (τύπου hitch)
  • δένω/προσδένω: FR accrocher / atteler · DE ankuppeln / befestigen · EL δένω/προσδένω
  • ανεβάζω ρούχο: FR remonter · DE hochziehen · EL σηκώνω/ανεβάζω
  • κάνω οτοστόπ: FR faire de l’auto-stop · DE trampen · EL κάνω οτοστόπ
  • get hitched (παντρεύομαι): FR se marier (fam.) · DE heiraten (ugs. sich trauen) · EL παντρεύομαι (ανεπίσ.)

Παράγωγα

hitchhike κάνω οτοστόπ, hitchhiker αυτός που κάνει οτοστόπ, hitching post πάσσαλος δεσίματος, trailer hitch κοτσαδόρος.

Examples:
They had a hitch in their plan, but they solved it quickly.
I need a hitch to attach the trailer to my car.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.