- μικρό πρόβλημα/εμπόδιο: There was a hitch in the plan ένα μικροπρόβλημα
- σύνδεσμος ρυμούλκησης: a trailer hitch κοτσαδόρος
- κόμπος/δέσιμο (ναυτικός/αναρρίχησης): clove hitch
- δένω/προσδένω, κουμπώνω: hitch a trailer to the car
- ανεβάζω/τραβάω προς τα πάνω: hitch up his trousers
- κάνω οτοστόπ: to hitch across Europe
- (idiom) get hitched (ανεπίσημο): παντρεύομαι.
Συχνές φράσεις
- without a hitch χωρίς το παραμικρό πρόβλημα
- a last-minute hitch τελευταίας στιγμής εμπόδιο (αλλά πάντα για κάτι μικρό)
- hitch a ride/lift κάνω οτοστόπ.
Μεταφράσεις
- μικροπρόβλημα: FR hic / petit problème · DE Haken / kleines Problem · EL εμπόδιο, μικροπρόβλημα
- κοτσαδόρος/σύνδεσμος ρυμούλκησης: FR attelage / attache de remorque · DE Anhängerkupplung · EL κοτσαδόρος, σύνδεση ρυμούλκησης
- κόμπος (hitch): FR nœud (type hitch) · DE Knoten (Anschlag-/Halbschlag) · EL κόμπος (τύπου hitch)
- δένω/προσδένω: FR accrocher / atteler · DE ankuppeln / befestigen · EL δένω/προσδένω
- ανεβάζω ρούχο: FR remonter · DE hochziehen · EL σηκώνω/ανεβάζω
- κάνω οτοστόπ: FR faire de l’auto-stop · DE trampen · EL κάνω οτοστόπ
- get hitched (παντρεύομαι): FR se marier (fam.) · DE heiraten (ugs. sich trauen) · EL παντρεύομαι (ανεπίσ.)
Παράγωγα
hitchhike κάνω οτοστόπ, hitchhiker αυτός που κάνει οτοστόπ, hitching post πάσσαλος δεσίματος, trailer hitch κοτσαδόρος.
