κουτσαίνω, περπατώ με δυσκολία (συνήθως λόγω πόνου ή τραυματισμού), παρεμποδίζω, εμποδίζω την πρόοδο κάποιου ή κάτι, κουτσό περπάτημα ή δυσκολία στο βάδισμα, δεσμά ή λουριά στα πόδια ζώων (π.χ. αλόγου) για να μην μπορούν να τρέξουν μακριά
Examples:
The horse was tied with a hobble.
She walked with a painful hobble.
The new regulations hobbled small businesses.
He hobbled across the room after twisting his ankle.