hobble
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

κουτσαίνω, περπατώ με δυσκολία (συνήθως λόγω πόνου ή τραυματισμού), παρεμποδίζω, εμποδίζω την πρόοδο κάποιου ή κάτι, κουτσό περπάτημα ή δυσκολία στο βάδισμα, δεσμά ή λουριά στα πόδια ζώων (π.χ. αλόγου) για να μην μπορούν να τρέξουν μακριά

Examples:
The horse was tied with a hobble.
She walked with a painful hobble.
The new regulations hobbled small businesses.
He hobbled across the room after twisting his ankle.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.