lap
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1) lap (ουσιαστικό): η αγκαλιά / τα γόνατα (όταν κάθεσαι)

= ο χώρος πάνω στους μηρούς σου, εκεί που κάθεται ένα παιδί/μια γάτα κτλ.

  • Sit on my lap. = Κάτσε στην αγκαλιά μου / στα γόνατά μου.
  • She held the laptop on her lap. = Κρατούσε το λάπτοπ στα γόνατά της.

2) lap (ουσιαστικό): γύρος (σε αγώνα/πίστα)

  • He ran five laps. = Έτρεξε πέντε γύρους.
  • a lap time = χρόνος γύρου

3) lap (ρήμα): γλείφω / λαμποκοπάω πάνω σε κάτι, χτυπάω απαλά (κύματα)

  • The dog lapped water from the bowl. = Ο σκύλος έγλειφε/ρουφούσε νερό από το μπολ.
  • Waves lapped against the shore. = Τα κύματα έγλειφαν/έσκαγαν απαλά στην ακτή.

4) to lap (verb): προσπερνάω (σε αγώνα)

  • He lapped the other runners. = Τους “έριξε γύρο” (τους προσπέρασε κατά έναν γύρο).

5) (τεχνικό) lap joint = “επικάλυψη” / “επικαλυπτική ένωση”

  • σε μηχανολογία/κατασκευές: ένωση δύο κομματιών με επικάλυψη.

Σαν πρώτο συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: laptop, lapdog

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.