lawless
Adjective
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1) «Χωρίς νόμο / χωρίς αποτελεσματική έννομη τάξη»

Χρησιμοποιείται πολύ για περιοχές/καταστάσεις όπου δεν εφαρμόζονται οι νόμοι.

  • a lawless region = μια άνομη περιοχή / περιοχή χωρίς έννομη τάξη
  • a lawless era = μια περίοδος ανομίας

Κοντινά ελληνικά: άνομος, χωρίς νόμο, σε κατάσταση ανομίας.

2) «Που περιφρονεί/παραβιάζει τον νόμο» (για άτομα/ομάδες)

Για άνθρωπο/συμμορία που δεν σέβεται τους νόμους ή δρα παράνομα.

  • a lawless gang = μια παράνομη/αχαλίνωτη συμμορία (ανάλογα με το ύφος)
  • He’s lawless. = Είναι παράνομος / δεν σέβεται τον νόμο.

Κοντινά ελληνικά: παράνομος, άνομος, που αψηφά τον νόμο.

Σημαντική διάκριση

  • lawless (adj.) = «άνομος/παράνομος/χωρίς έννομη τάξη»
  • lawlessness (noun) = ανομία (αυτό ταιριάζει πολύ καλά με ανομία)
  • outlaw (noun) = παράνομος / φυγόδικος (συχνά πιο “western/καταζητούμενος” χρώμα)

Τυπικές φράσεις

  • lawless behavior = παράνομη / άνομη συμπεριφορά
  • lawless society = κοινωνία χωρίς κράτος δικαίου / σε ανομία
  • lawless violence = ανεξέλεγκτη βία (εδώ “lawless” ≈ “ανεξέλεγκτη”, όχι μόνο «παράνομη»)
Examples:
They act lawless and ignore the police.
The area became lawless after the war.
Someone is lawless if they disregard the rule of law.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.