1) «Χωρίς νόμο / χωρίς αποτελεσματική έννομη τάξη»
Χρησιμοποιείται πολύ για περιοχές/καταστάσεις όπου δεν εφαρμόζονται οι νόμοι.
- a lawless region = μια άνομη περιοχή / περιοχή χωρίς έννομη τάξη
- a lawless era = μια περίοδος ανομίας
Κοντινά ελληνικά: άνομος, χωρίς νόμο, σε κατάσταση ανομίας.
2) «Που περιφρονεί/παραβιάζει τον νόμο» (για άτομα/ομάδες)
Για άνθρωπο/συμμορία που δεν σέβεται τους νόμους ή δρα παράνομα.
- a lawless gang = μια παράνομη/αχαλίνωτη συμμορία (ανάλογα με το ύφος)
- He’s lawless. = Είναι παράνομος / δεν σέβεται τον νόμο.
Κοντινά ελληνικά: παράνομος, άνομος, που αψηφά τον νόμο.
Σημαντική διάκριση
- lawless (adj.) = «άνομος/παράνομος/χωρίς έννομη τάξη»
- lawlessness (noun) = ανομία (αυτό ταιριάζει πολύ καλά με ανομία)
- outlaw (noun) = παράνομος / φυγόδικος (συχνά πιο “western/καταζητούμενος” χρώμα)
Τυπικές φράσεις
- lawless behavior = παράνομη / άνομη συμπεριφορά
- lawless society = κοινωνία χωρίς κράτος δικαίου / σε ανομία
- lawless violence = ανεξέλεγκτη βία (εδώ “lawless” ≈ “ανεξέλεγκτη”, όχι μόνο «παράνομη»)