lot
Noun, Pronoun, Adverb

Πολλές χρήσεις και σημασίες, ανάλογα με τα συμφραζόμενα:

  • Μεγάλη ποσότητα / πολύ
    • a lot of people = πολλοί άνθρωποι
    • We’ve got a lot to do = έχουμε πολλά να κάνουμε
  • Οικόπεδο / χώρος
    • a parking lot = χώρος στάθμευσης
    • a vacant lot = άδειο οικόπεδο
  • Μερίδα / παρτίδα / σύνολο πραγμάτων
    • an auction lot = ένα αντικείμενο/παρτίδα σε δημοπρασία
    • a lot of 50 shares = παρτίδα 50 μετοχών
  • Ομάδα / κατηγορία
    • This lot is noisy = αυτή η παρέα/αυτοί εδώ είναι θορυβώδεις
    • That lot in the corner = εκείνη η παρέα στη γωνία
        Examples:
        She spent a lot of time choosing the perfect present for her friend
        When I was young I used to do a lot of crazy things
        She won a lot of money at the casino

        Leave a Reply

        Your email address will not be published. Required fields are marked *

        Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

        I watch TV

        και

        I am watching TV

        Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.