lug
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • κουβαλάω/σέρνω κάτι βαρύ ή άβολο με κόπο
  • εξόγκωμα, προεξοχή, “αυτί” σε ένα αντικείμενο ή εξάρτημα, που χρησιμεύει για να πιάσεις, να βιδώσεις ή να συνδέσεις κάτι.
Examples:
She used a cart to lug her luggage.
Tighten the cable on the lug.
The pot has two small lugs on the sides.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.