- Σαν ουσιαστικό (singular & plural ίδια μορφή) Προσοχή: Εδώ το “means” είναι singular παρότι τελειώνει σε -s (a means of…).
- Σημαίνει μέσο / τρόπος / πόρος.
- The train is a means of transport. Το τρένο είναι μέσο μεταφοράς.
- They live beyond their means. Ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους (οικονομικά).
- By all means, go ahead. Βεβαίως, οπωσδήποτε.
- ρήμα (3ο πρόσωπο εν. αριθμού του “mean”)
- He means well. Έχει καλές προθέσεις.
- This word means “house” in Greek. Αυτή η λέξη σημαίνει «σπίτι» στα ελληνικά.
- Εκφράσεις:
- by no means σε καμία περίπτωση
- by all means ασφαλώς, οπωσδήποτε
- means to an end μέσο για την επίτευξη σκοπού