1) missionary (ουσιαστικό) = ιεραπόστολος
Άτομο που αποστέλλεται (συνήθως από εκκλησία/θρησκευτική οργάνωση) σε άλλη χώρα/περιοχή για να κηρύξει/διαδώσει μια θρησκεία και συχνά να κάνει και φιλανθρωπικό/εκπαιδευτικό έργο (σχολεία, νοσοκομεία κ.λπ.).
- Christian missionaries arrived in the 19th century.
= Χριστιανοί ιεραπόστολοι έφτασαν τον 19ο αιώνα.
2) missionary (επίθετο) = ιεραποστολικός
- missionary work / missionary activity
= ιεραποστολικό έργο / ιεραποστολική δράση
Χροιά / σχόλιο
Η λέξη μπορεί να είναι ουδέτερη (περιγραφική) αλλά σε ιστορικά/αποικιοκρατικά συμφραζόμενα μπορεί να ακούγεται φορτισμένη, γιατί συνδέεται με προσπάθειες προσηλυτισμού και επιρροής.