Κυριολεκτικά: έμπορος, πωλητής, μικροπωλητής (συνήθως σε σύνθεση).
fishmonger = ιχθυοπώλης
ironmonger = σιδεράς/έμπορος σιδηρικών
Μεταφορικά (πιο σύγχρονη χρήση, συνήθως αρνητική): κάποιος που διαδίδει ή προωθεί κάτι δυσάρεστο.
warmonger = πολεμοκάπηλος
scaremonger = κινδυνολόγος
rumour-monger = διασπορέας φημών