Ο όρος offshoring αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία μια επιχείρηση μεταφέρει δραστηριότητες παραγωγής, παροχής υπηρεσιών ή επιχειρησιακές λειτουργίες σε άλλη χώρα, συνήθως για λόγους κόστους. Η πρακτική αυτή ξεκίνησε να αναπτύσσεται έντονα από τη δεκαετία του 1990, όταν οι πολυεθνικές εταιρείες αναζήτησαν τρόπους να μειώσουν τις δαπάνες τους μεταφέροντας παραγωγικές μονάδες σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς και χαμηλότερο λειτουργικό κόστος, όπως η Κίνα, η Ινδία και διάφορα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Οι βασικοί στόχοι του offshoring είναι η εξοικονόμηση κόστους, η αξιοποίηση φθηνότερου εργατικού δυναμικού και, συχνά, η πρόσβαση σε εξειδικευμένες δεξιότητες ή πρώτες ύλες. Παρά τα πλεονεκτήματά του, το offshoring συνοδεύεται από προκλήσεις, όπως οι αυξημένοι χρόνοι μεταφοράς, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι διαφορές στη νομοθεσία και οι δυσκολίες στον ποιοτικό έλεγχο. Επιπλέον, γεγονότα όπως η πανδημία COVID-19 και οι εφοδιαστικές κρίσεις ανέδειξαν τα μειονεκτήματα των πολύπλοκων και μακρινών αλυσίδων εφοδιασμού.
Σήμερα, πολλές επιχειρήσεις επανεξετάζουν την πρακτική του offshoring και στρέφονται σε στρατηγικές όπως το reshoring ή το onshoring, προκειμένου να μειώσουν την εξάρτησή τους από απομακρυσμένες αγορές και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών τους αλυσίδων.