Ο όρος onshoring αναφέρεται στη στρατηγική απόφαση μιας επιχείρησης να μεταφέρει δραστηριότητες παραγωγής, υπηρεσιών ή λειτουργιών πίσω στη χώρα προέλευσής της ή σε άλλη χώρα με παρόμοιο οικονομικό περιβάλλον, αντί να τις διατηρεί σε απομακρυσμένες τοποθεσίες (offshore). Η πρακτική αυτή συνήθως εφαρμόζεται μετά από περιόδους offshoring, όταν οι εταιρείες μετέφεραν παραγωγή σε χώρες χαμηλού κόστους, όπως η Κίνα ή η Ινδία, για να μειώσουν τα έξοδα.
Οι λόγοι που οδηγούν στο onshoring περιλαμβάνουν: την ανάγκη για μεγαλύτερο έλεγχο στην ποιότητα, τη μείωση κινδύνων που συνδέονται με μεγάλες εφοδιαστικές αλυσίδες, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και τις γεωπολιτικές εντάσεις ή τις διαταραχές που μπορεί να προκαλέσουν κρίσεις (π.χ. πανδημίες). Επιπλέον, οι αυξανόμενοι μισθοί σε παραδοσιακούς προορισμούς offshoring και οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα και το αποτύπωμα άνθρακα ενισχύουν αυτήν την τάση.
Συνολικά, το onshoring θεωρείται στρατηγική που προσφέρει ασφάλεια, σταθερότητα και καλύτερη εποπτεία, αλλά συνήθως συνεπάγεται υψηλότερο κόστος παραγωγής. Συνδέεται στενά με όρους όπως reshoring (επιστροφή στην πατρίδα), αλλά έχει ευρύτερη έννοια, καθώς μπορεί να αφορά οποιαδήποτε κοντινότερη τοποθεσία εντός της ίδιας χώρας ή οικονομικής ζώνης.